Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Τα κοινοβουλευτικώς αυτονόητα

Των Άλκη Ν. Δερβιτσιώτη και Στυλιανού-Ιωάννη Γ. Κουτνατζή *

Το τελευταίο διάστημα, παρατηρούνται, σε καθημερινή σχεδόν βάση, καινοφανή φαινόμενα στη λειτουργία των δημοκρατικών μας θεσμών. Αξίζει να επισημανθούν η παροχή ψήφου εμπιστοσύνης προς την Κυβέρνηση από μεμονωμένους βουλευτές, όπως επίσης τα ζητήματα που σχετίζονται με τη συγκρότηση των διαρκών κοινοβουλευτικών επιτροπών και με τον τρόπο διενέργειας των κοινοβουλευτικών ψηφοφοριών. Τις τελευταίες μέρες παρατηρούνται, ωστόσο, και νέες εξελίξεις που δικαιολογούν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τον τρόπο εφαρμογής του Κανονισμού της Βουλής. 

Ειδικότερα:
  1. Δεν αμφισβητείται ότι αποτέλεσε αντικείμενο προβληματισμού η αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής, ως προς τον ελάχιστο αριθμό βουλευτών για τη συγκρότηση Κοινοβουλευτικής Ομάδας, για λόγους άμεσα συνδεδεμένους με την πολιτική συγκυρία. Η σύνδεση αυτή καθιστά περιττή την οποιαδήποτε συζήτηση ως προς την ουσία της προτεινόμενης τροποποίησης. Η πολλαπλή κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής εξουσίας εντείνεται όταν ευκαιριακές σκοπιμότητες οδηγούν στην τροποποίηση πάγιων κανόνων.
  2. Επίσης ομολογείται ότι η απόπειρα τροποποίησης του Κανονισμού της Βουλής προήλθε από τον Πρωθυπουργό. Όπως διδάσκεται όμως στο πρώτο εξάμηνο των νομικών σπουδών, ο Κανονισμός της Βουλής είναι ιδιαίτερη πηγή δικαίου που διαφοροποιείται από τους τυπικούς νόμους. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται, κατά το Σύνταγμα, από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ενώ το δικαίωμα πρότασης νόμων ανήκει τόσο στη Βουλή όσο και στην Κυβέρνηση. Σε πρωτοβουλία της τελευταίας οφείλεται άλλωστε η συντριπτική πλειοψηφία των νόμων που ψηφίζονται από τη Βουλή. Αντίθετα, η ρύθμιση του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας της Βουλής περιέχεται στον Κανονισμό που θεσπίζεται μόνο και κατ’ αποκλειστικότητα από την Ολομέλεια της Βουλής. Σύμφωνα με την αρχή της αυτονομίας της Βουλής, δεν επιτρέπεται η παρέμβαση κανενός άλλου οργάνου στη θέσπιση του Κανονισμού. Για το λόγο αυτό άλλωστε, ενώ οι τυπικοί νόμοι εκδίδονται και δημοσιεύονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο Κανονισμός της Βουλής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με παραγγελία του Προέδρου της (άρθρο 65 παρ. 1 του Συντάγματος). Κατόπιν των ανωτέρω, είναι σαφές ότι τόσο η διατύπωση υποδείξεων εκ μέρους του Πρωθυπουργού προς τον Πρόεδρο της Βουλής ως προς επιμέρους ρυθμίσεις του Κανονισμού όσο και το εκ των υστέρων αίτημα του πρώτου να μην αναληφθεί η οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την τροποποίηση του Κανονισμού «ούτε κατά ένα σημείο στίξης» συγκρούονται προς στοιχειώδεις συνταγματικούς κανόνες. Οπωσδήποτε, άλλωστε, θα ήταν ανεπίτρεπτη η παραβίαση του Συντάγματος στο όνομα μιας νεφελώδους δημοκρατικής ευαισθησίας.
  3. Σε εκτέλεση σχετικής συνταγματικής πρόβλεψης έχει συσταθεί η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής για την παντοειδή και πολλαπλή υποβοήθηση του κοινοβουλευτικού έργου. Είναι σαφές ότι η διατύπωση ερωτημάτων προς την επιστημονική υπηρεσία ανήκει αποκλειστικά στον Πρόεδρο της Βουλής, χωρίς να επιτρέπεται η οποιαδήποτε σχετική παρέμβαση του Πρωθυπουργού. Εξάλλου, πρoτάσεις για τρoπoπoίηση τoυ Kανoνισμoύ της Βουλής υπoβάλλoνται από τoν Πρόεδρό της ή τoυς βoυλευτές και παραπέμπoνται στην Eπιτρoπή Kανoνισμoύ για επεξεργασία και εξέταση (άρθρο 118 παρ. 1 Κανονισμού της Βουλής). Τυχόν επίκληση της ιδιότητας του Πρωθυπουργού ως βουλευτή που μπορεί να υποβάλει (και στη συνέχεια να ανακαλέσει) προτάσεις για την τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής δύσκολα συμβαδίζει με την τελολογία των σχετικών διατάξεων.
  4. Πρωτοφανείς είναι όμως και οι επιστολές προς τον Πρόεδρο της Βουλής των έξι μεμονωμένων βουλευτών που υπερψήφισαν την πρόταση εμπιστοσύνης της Κυβέρνησης και με την οποία ζητούν εφεξής, σε κάθε νομοσχέδιο που ψηφίζεται χωρίς ονομαστική ψηφοφορία, η ψήφος τους να προσμετράται μαζί με αυτές των βουλευτών της συμπολίτευσης. Κάθε βουλευτής, όμως, μπορεί να ανήκει σε μία μόνο Κοινοβουλευτική Ομάδα (άρθρο 15 παρ. 4 του Κανονισμού της Βουλής). Εξάλλου, οι βουλευτές είτε ανήκουν σε Κοινοβουλευτική Ομάδα είτε θεωρούνται ανεξάρτητοι (άρθρο 15 παρ. 5 του Κανονισμού της Βουλής). Δεν είναι νοητή ενδιάμεση κατηγορία βουλευτών. Ωστόσο, δύο από τους έξι ανωτέρω βουλευτές εξακολουθούν να μετέχουν στην Κοινοβουλευτική Ομάδα κόμματος της αντιπολίτευσης. Οι παραδεδεγμένες έννοιες του κοινοβουλευτικού δικαίου αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να καλύψουν αυτά τα νέα δεδομένα.
  5. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την ελεύθερη εντολή των βουλευτών, που έχουν το απεριόριστο δικαίωμα γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση (άρθρο 60 παρ. 1 του Συντάγματος). Τυχόν εκ των προτέρων δήλωση για μη άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν είναι συνταγματικώς νοητή. Στο πλαίσιο του συνταγματικού θεσμού των πολιτικών κομμάτων ευλόγως προσδοκάται από τα μέλη των Κοινοβουλευτικών Ομάδων να ακολουθούν κατά κανόνα τη θέση του πολιτικού κόμματος. Οι βουλευτές δεν εμποδίζονται νομικώς να αποκλίνουν από τη θέση του κόμματός τους στις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες. Εφόσον όμως το πράξουν, υπόκεινται στις κατά περίπτωση προβλεπόμενες εσωκομματικές κυρώσεις. Για τους βουλευτές που έχουν ήδη ανεξαρτητοποιηθεί, δεν τίθεται ζήτημα κυρώσεων. Είναι όμως θεσμικώς και κοινοβουλευτικώς αδιανόητη η παραμονή δύο βουλευτών σε άλλη Κοινοβουλευτική Ομάδα από αυτή με την οποία ζητούν να προσμετράται πλέον η ψήφος τους.
  6. Για τα μέλη της Κυβέρνησης και τους Υφυπουργούς, δεν μπορεί να θεωρηθεί κοινοβουλευτικώς επιλήψιμη η εκδήλωση της πρόθεσης προσμέτρησης της ψήφου τους με αυτές των βουλευτών της συμπολίτευσης. Το πρόβλημα εδώ είναι όμως διαφορετικό, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό: Η υποψία ανταλλαγής κοινοβουλευτικής στήριξης με κυβερνητικές θέσεις καταλύει κάθε παιδαγωγική λειτουργία της πολιτικής. Συντείνει έτσι στην περαιτέρω απαξίωση της σύγχρονης ελληνικής δημοκρατίας.
* Ο κ. Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης είναι Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και ο κ. Στυλιανός-Ιωάννης Γ. Κουτνατζής Λέκτορας στην ίδια Σχολή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς Αναρτήσεις